το jukebox των ονείρων (σαν έρωτες τ’Απρίλη)

 

στην παλιά πόληΚάθε μέρα ξυπνάω νωρίς- κάθε μέρα, ήδη από την ώρα που τα μάτια δεν έχουν ανοίξει ακόμα και το στόμα δεν έχει καν ακουμπήσει την αγαπημένη πικράδα του θεόσκετου καφέ, παίζει στο κεφάλι μου κι ένα διαφορετικό τραγούδι- δεν είναι ότι απλώς το έχω στο νου μου και για δες ρε παιδί μου. Όχι· όταν λέμε παίζει, εννοούμε επιβάλλει την παρουσία του και διαμορφώνει διάθεση ημέρας, τόσο. Έτσι, είναι πολλά πια τα χρόνια και τα πρωινά που έχω ξυπνήσει και στο κεφάλι αντηχούν jefferson airplane, dylan, βαμβακάρης,  θεοδωράκης, springsteen, τσιτσάνης, patti smith, μικρές περιπλανήσεις, strawbs, wishbone ash και πάει λέγοντας-

Έχω πολλές φορές αναρωτηθεί για το τι βρίσκεται πίσω απ’ την αυτόματη επιλογή του κάθε πρωινού τραγουδιού- υπάρχει άραγε μια κλωστή που τα συνδέει με τα όνειρα που δε θυμάμαι; ή είναι απλά μια αποτύπωση της αίσθησης που έχει ο ύπνος της κάθε βραδιάς; Δεν ξέρω κι εδώ που τα λέμε, δε με νοιάζει κιόλας. Μου αρκεί να υπαγορεύεται η διάθεση της μέρας από τρεις στίχους και πέντε νότες που άθελα διαλέχτηκαν στα σκοτεινά.

Σήμερα το υπόγειο jukebox του μυαλού διάλεξε χειμερινούς κολυμβητές, το τραγούδι τους που μ’έκανε να αγαπήσω μια πόλη πριν καν τη δω. Τον ξένο. Κι έτσι –τραγουδώντας ‘παλιοζωή μας ρήμαξες σ’αυτή την κοινωνία’- άρχισε η περιπέτεια του πρωινού- ή η παράνοια, όπως το δει κανείς.

Το τραγούδι αυτό το πρωτοάκουσα στη Σαμοθράκη, το καλοκαίρι του ’97, μόλις έχω γυρίσει από τα μεταπτυχιακά στη γερμανία, ούτε γάμοι ακόμα, ούτε παιδιά, μόνο μια μηχανή κι εμείς επάνω και βόλτες μέχρι τελικής πτώσεως και μια σκηνή ανάμεσα στις πολλές των φίλων και ατέλειωτες ώρες μουσικής και τραγουδιού και να τρωγοπίνουμε σε μια ταβέρνα και να τραγουδάμε τον ξένο, μόνο που αντί να λέμε τα κανονικά λόγια, να λιώνουμε στα γέλια προσαρμόζοντας τη μουσική στη λέξη της ημέρας, που ήταν η μελιτζανοσαλάτα. Ξεγνοιασιά, εικοσιτριών χρονών, ήλιος κι η ζωή μπροστά μας- Δεν είχα πάει ακόμα στην πόλη του ξένου.

Την επόμενη άνοιξη, δουλεύω ήδη σε μια εταιρία, πιτσιρίκα δικηγόρος, υπάρχει τύπος στην πόλη του ξένου που χρωστάει στην εταιρία λεφτά και κάνει την πάπια, και να οι διαταγές πληρωμής κι οι αγωγές κι οι δικαστικές αποφάσεις που μόνο στα χαρτιά έμεναν, και μου αναθέτουν να πάω στην πόλη για να κάνω κατάσχεση φρέσκων ψαριών- γιατί αν είναι να πάρεις πίσω τα λεφτά σου, ας τα πάρεις κι ας σπαρταράνε. Αυτή ήταν η πρώτη φορά που πάτησα το πόδι μου στην πόλη- κατάσχεση ψαριών δεν κάναμε βέβαια, αλλά εγώ πρόλαβα και την περπάτησα λίγο και την μύρισα περισσότερο και γοητεύτηκα και τελεία και παύλα. Και σα να μην έφταναν όλα αυτά, εκπλήρωσα και το παιδικό απωθημένο κι έκανα τετράωρη διαδρομή ως συνοδηγός σε νταλίκα (αυτή στην οποία θα βάζαμε τα ψάρια ντε) κι αναρωτήθηκα γιατί πάνε τόσο αργά οι νταλίκες και στο καπάκι έμαθα πώς να βγάζεις την ασφάλεια του κόφτη στην ταχύτητα κι άφησα τον αέρα να μου παίρνει τα μαλλιά ατενίζοντας την εθνική από ένα ύψος που δεν είχα ξαναδεί.

Ξαναπήγα κάμποσες φορές στην πόλη του ξένου, πάντα καλοκαίρι, πάντα με μηχανή, πάντα με άπειρα χιλιόμετρα, μπερδεμένα μαλλιά από το κράνος και τον αέρα, πάντα νέα. Αυτά σκεφτόμουν σήμερα, την ώρα που τραγουδούσα ‘να ξαναρθεί στο σπίτι μας, στην έμορφή μας Ξάνθη, να δει και τ’αγοράκι μας του γιου μας του αλανιάρη’, στον πρωινό δρόμο του σχολείου, με το όφσπρινγκ νο 1 αγουροξυπνημένο, να με κοιτά με βλέμμα απορίας και μια εσάνς υποτίμησης, που υποχώρησε κάπως μόνο όταν την κοίταξα χαμογελώντας και της είπα ‘μα άκου στίχο, τι ομορφιά ήταν αυτή, τι μυρωμένα χείλη, μάτια γλαρά μες στο χασίς, σαν έρωτες του Απρίλη’

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s